πώλησις

πώλησις
(-εως) η продажа, сбыт;

χονδρική (λιανική) πώλησις — оптовая (розничная) продажа;

πώλησις επί πιστώσει — продажа в кредит


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "πώλησις" в других словарях:

  • πώλησις — selling fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωλήσει — πώλησις selling fem nom/voc/acc dual (attic epic) πωλήσεϊ , πώλησις selling fem dat sg (epic) πώλησις selling fem dat sg (attic ionic) πωλέομαι go up and down fut ind mp 2nd sg πωλέω sell aor subj act 3rd sg (epic) πωλέω sell fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωλήσεις — πώλησις selling fem nom/voc pl (attic epic) πώλησις selling fem nom/acc pl (attic) πωλέω sell aor subj act 2nd sg (epic) πωλέω sell fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πώλησιν — πώλησις selling fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πώληση — (Νομ.). Αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση (ενοχή) που αποβλέπει στη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού ή ακίνητου πράγματος ή δικαιώματος από ένα πρόσωπο (πωλητή) σε ένα άλλο (αγοραστή) αντί καταβολής ενός χρηματικού, κατά κύριο τουλάχιστον λόγο,… …   Dictionary of Greek

  • πωλήσῃ — πωλήσηι , πώλησις selling fem dat sg (epic) πωλέομαι go up and down aor subj mp 2nd sg πωλέομαι go up and down fut ind mp 2nd sg πωλέω sell aor subj mid 2nd sg πωλέω sell aor subj act 3rd sg πωλέω sell fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»